Αντιμέτωπος με κακούργημα ο Πολάκης για την παράνομη μαγνητοφώνηση του Στουρνάρα

Αντιμέτωπος με κακούργημα ο Πολάκης για την παράνομη μαγνητοφώνηση του Στουρνάρα

Αντιμέτωπος με κακούργημα ο Πολάκης για την παράνομη μαγνητοφώνηση του Στουρνάρα

Εφόσον η εισαγγελική έρευνα δείξει ότι ο αναπληρωτής υπουργός κατέγραψε τον συνομιλητή του, αποτύπωσε την συνομιλία εγγράφως και την διοχέτευσε στον Τύπο, η ποινή του μπορεί να είναι έως και δέκα χρόνια κάθειρξη – Δικαστές αναλύουν το ατόπημα της υποκλοπής και δημοσιοποίησης της συνομιλίας

Απλά και ξεκάθαρα είναι τα πράγματα από ποινικής σκοπιάς με τις τηλεφωνικές υποκλοπές και τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου τους, έλεγαν στο protothema.gr δικαστές, οι οποίοι για ευνοήτους λόγους κρατούν της ανωνυμία τους, αφού ο υποκλέπτων είναι αντιμέτωπος, με ποινή κάθειρξης 10 ετών.

Μάλιστα, έλεγαν με νόημα ότι οποίος καταγράφει τηλεφωνική συνομιλία, την οποία μάλιστα, χωρίς στοιχειώδη νοημοσύνη, τη διοχετεύει στο Τύπο, δηλαδή την δημοσιοποιεί, διαπράττει κακουργηματικού χαρακτήρα αδίκημα.

Έτσι, παρά τις κωλοτούμπες του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Παύλου Πολάκη σχετικά με την μαγνητοφώνηση και δημοσιοποίησης της εκβιαστικής τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, μετά την αποκάλυψη του ΘΕΜΑΤΟΣ της περασμένης Κυριακής, ότι πήρε δύο δάνεια από την Attica Bank ύψους 100.000 ευρώ, διατάχθηκε εισαγγελική έρευνα για την μαγνητοφώνηση της συνομιλίας χωρίς την συναίνεση του Γιάννη Στουρνάρα.

Με άλλα λόγια, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ευάγγελος Ιωαννίδης παρήγγειλε την διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας προκειμένου να αναζητηθεί, καταρχάς, αν η καταγραφή της συνομιλίας έγινε χωρίς τη συναίνεση του Γιάννη Στουρνάρα και σε καταφατική περίπτωση, δηλαδή αν έγινε χωρίς τη συναίνεση του, ζήτησε να αναζητηθούν οι συνθήκες τέλεσης του αδικήματος και ο τρόπος διαρροή της συνομιλίας στην φιλοκυβερνητική ιστοσελίδα «documentonews».

Προβλεπόμενη ποινή και συνθήκες υποκλοπής

Πέρα όπως από την κίνηση αυτή του Ευάγγελου Ιωαννίδη, οι συνομιλώντας με το protothema δικαστές έλεγαν ότι η μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση (παγίδευση) συνομιλίας ακόμη και μέσω κινητού τηλεφώνου, χωρίς τη συναίνεση του συνομιλητή, αποτελεί κακουργηματική πράξη και τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 έτη. 

Δηλαδή, όποιος «αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών». 

Παράλληλα, με την ίδια ποινή τιμωρείται η μαγνητοφώνηση ή η βιντεοσκόπηση όταν «ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα (μαγνητόφωνο, κάμερα, κινητό τηλέφωνο κ.λπ.) το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου».

Επιπρόσθετα, σε περίπτωση που η παράνομη μαγνητοφώνηση συνομιλίας αποτυπωθεί σε χαρτί, εάν δηλαδή γίνει απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας, τότε αυτό αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του κύριου αδικήματος που είναι η παράνομη μαγνητοφώνηση χωρίς τη συναίνεση του συνομιλούντος.

Με άλλα λόγια, κανένας δεν είχε δικαίωμα να δημοσιοποιήσει υποκλαπείσα συνομιλία, χωρίς την ρητή συναίνεση του συνομιλητή του και εάν αυτό γίνει αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, που επαυξάνει την αρχική ποινή της παράνομης υποκλοπής τηλεφωνικής συνομιλίας.

Διευκρίνιζαν οι δικαστές ότι δεν είναι παράνομη, και επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η μαγνητοφώνηση και μαγνητοσκόπηση, όπως και η χρήση του περιεχομένου τους, όταν υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που αφορούν «την πρόληψη τελέσεως εγκλημάτων, την προστασία εννόμου συμφέροντος το οποίο είναι υπέρτερο της προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας και της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, όπως της τιμής και της ελευθερίας». 

Προσέθεταν επίσης, ότι από το Σύνταγμα προστατεύεται η ιδιωτικότητα όπου ατόμου. Στην έννοια της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνεται και το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων όταν τα άτομα δεν επιθυμούν τη γνωστοποίηση του περιεχομένου της επικοινωνίας τους.

Και συνέχισαν ότι «σύμφωνα με το Σύνταγμα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την ποινική νομοθεσία (Ποινικό Κώδικα, κ.λπ.), η ελεύθερη επικοινωνία του ατόμου και η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του αποτελούν προστατευόμενα αγαθά».

Η νομολογία του Αρείου Πάγου

Παράλληλα, οι δικαστές επικαλέστηκαν τελεσίδικες αποφάσεις του Αρείου Πάγου για το θέμα των τηλεφωνικών υποκλοπών, από το «δια ταύτα» των οποίων άντλησαν τα νομικά επιχειρήματά τους, σε συνδυασμό με ερμηνεία της ποινικής νομοθεσίας. Προσέθεταν, μάλιστα, ότι είναι πλούσια η νομολογία του Αρείου Πάγου πάνω στο επίμαχο θέμα.

Μία εξ αυτών των αρεοπαγιτικών αποφάσεων είναι η υπ΄ αριθμ. 277/2014 η οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρει: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου». 

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ’ ΚΠΔ.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 370 Α παρ. 2 Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι «όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου».

Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9 Α’ και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου.

Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις.

Δεν είναι κακούργημα η δημόσια καταγραφή

Παράλληλα, ο δικηγόρος Φώτιος Βαγενάς σε άρθρο του στο protothema (2.6.2018) έχει επισημάνει ότι από τη διάταξη του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα γίνεται δεκτό ότι προστατεύει το απόρρητο της συνομιλίας, άλλα όταν η πράξη της καταγραφής γίνεται δημόσια (σε δημόσιο χώρο) δεν συνιστά παραβίαση του απορρήτου. Μάλιστα, ο κ. Βαγενάς επικαλέστηκε βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης (υπ’ αρ. 250/29.3.2018).

Ειδικότερα, ο κ. Βαγενάς επισημαίνει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι «δεν είναι αδίκημα η καταγραφή χωρίς τη θέληση του συνομιλούντος, όταν η συνομιλία γίνεται σε δημόσιο χώρο, με τρόπο ώστε να γίνεται αντιληπτή στους γύρω, διότι η «μη δημόσια» συνομιλία, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του κακουργήματος της αθέμιτης μαγνητοφώνησης, δηλαδή, θα πρέπει να θεωρείται άδικη πράξη η καταγραφή, μόνο -κι εφόσον- δεν είναι δημόσια». Με άλλα λόγια «κακούργημα είναι η καταγραφή μη δημόσιας συνομιλίας ή πράξης» προσέθεσε ο εν λόγω δικηγόρος.

Ποινικός Κώδικας

Το άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα που αναφέρεται στην παράβαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας, αναφέρει:

1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.

2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.3. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου.

Newskamatero

Related Posts

Create Account



Log In Your Account