Άγνωστες πτυχές της ιστορίας δύο βουλγαρόφωνων χριστιανικών χωριών της ορεινής Ροδόπης

Άγνωστες πτυχές της ιστορίας δύο βουλγαρόφωνων χριστιανικών χωριών της ορεινής Ροδόπης

Άγνωστες πτυχές της ιστορίας δύο βουλγαρόφωνων χριστιανικών χωριών της ορεινής Ροδόπης

Στην βορειοανατολική Ροδόπη νότια του Κέχρου ανάμεσα στα πομακικά χωριά υπήρχαν 2 μεγάλα βουλγαρόφωνα χριστιανικά χωριά. Το Σισανλή- Σιτσανλίκ που το 1920 με τις μετονομασίες των οικισμών της Ροδόπης από οθωμανικές σε ελληνικές μετονομάστηκε σε Ποντίκια, το δε Μοναστήρι παρέμεινε με την ίδια ονομασία.

Το 1871 ο διδάκτορας της Ιατρικής Μ. Μελίρρυτος κάτοικος Μαρώνειας, μας ενημερώνει στο βιβλίο που έγραψε, για την ιστορική και γεωγραφική από εκκλησιαστική άποψη επαρχία της τότε Μητρόπολης Μαρώνειας, ότι το χωριό Σισανλή (Ποντίκια) έχει 180 οικογένειες χριστιανών με εκκλησία και σχολείο, οι κάτοικοι του φημίζονται ως άριστοι κατσικοκλέφτες από τους γείτονές τους. Το δε Μοναστήρι έχει 90 οικογένειες χριστιανών με εκκλησία και σχολείο, οι κάτοικοι του είναι γεωργοί. Αυτήν την περιοχή του νομού, η οποία είναι σχεδόν άγνωστη στους περισσότερους κατοίκους, την γνωρίζουν μόνο λίγοι Ροδοπαίοι ή κάποιοι σύγχρονοι κυνηγοί θησαυρών.

Συγκεκριμένα, πάνω από το χωριό Νέα Σάντα υπήρχε μέχρι λίγο μετά το 1920 το χωριό Ποντίκια στο οποίο κατοικούσαν Βουλγαρόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί οι οποίοι και το εγκατέλειψαν. Σήμερα υπάρχουν λίγα χαλάσματα αυτού του οικισμού, για το οποίο όμως γνωρίζουμε αρκετά, από βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Βουλγαρία και αναφέρεται αναλυτικά στο χωριό, την ιστορία του, την λαογραφία του και το πιο σημαντικό, στο βιβλίο υπάρχει και ο χάρτης του χωριού με τα σπίτια των κατοίκων, τα εκκλησάκια του χωριού, το Ταχυδρομείο, τα εργαστήρια, κ.ά.

Στα Ποντίκια κάποιες μέρες φιλοξενούσανε τον αρχικομιτατζή Καπετάν Πέτκο Βοεβόδα, αυτό μαθεύτηκε από τον οθωμανικό στρατό που περικύκλωσε τον οικισμό για να τον συλλάβουν μαζί με τη ομάδα του. Οι βουλγαρόφωνοι χωρικοί όμως μάζεψαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε χρυσό και δωροδόκησαν τον διοικητή των Οθωμανών, οπότε αυτός άφησε ένα κενό στην περικύκλωση του οικισμού με αποτέλεσμα να διαφύγει ο Πέτκο. Μάλιστα έγινε μεγάλη φασαρία μεταξύ του διοικητή και των στρατιωτών για το αποτέλεσμα της επιχείρησης αυτής.

Μέχρι το 1913 τα Ποντίκια, μαζί με το Μοναστήρι, ήταν τα μεγαλύτερα βουλγαρόφωνα χριστιανικά χωριά της περιοχής. Τότε τα Ποντίκια είχαν 300 οικογένειες και το Μοναστήρι 450 οικογένειες ή 1.800 κατοίκους. Σύμφωνα δε με στοιχεία από οθωμανικούς φοροεισπρακτικούς καταλόγους εκείνης της εποχής, το Μοναστήρι είχε 70.000 αιγοπρόβατα, 2.000 βοοειδή και 1.500 άλογα και μουλάρια.

Την 5-10-1913 εκτυλίχθηκε μια άγνωστη ιστορία φρίκης που λίγοι γνωρίζουν. Άτακτοι βασιβουζούκοι Οθωμανοί κατέστρεψαν το Μοναστήρι, οπότε οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η μια ομάδα πήρε τον δρόμο προς την Βουλγαρία και πέρασε πέρα από τον ποταμό Άρδα, η άλλη ομάδα κατέβηκε στην πεδιάδα και φιλοξενήθηκαν στην Αρίσβη 56 οικογένειες με 235 μέλη, στα Άμφια 30 οικογένειες με 208 μέλη, στο Κόσμιο 8 οικογένειες, στο Πρωτάτο 61 οικογένειες με 238 μέλη και ορισμένες οικογένειες στο Ιάσιο. Μια μικρή ομάδα, ωστόσο παρέμεινε κρυμμένη στο διπλανό δάσος, πιστεύοντας ότι ο βουλγαρικός στρατός ήταν έτοιμος να τους προστατεύσει. Οι βουλγαρικές αρχές ήδη αναζητούσαν μικρή ομάδα που έλειπε.

Όμως οι Βασιβουζούκοι τους ανακάλυψαν, οι άνδρες Βούλγαροι επωφελούμενοι το σκοτάδι εξαφανίσθηκαν μέσα στο δάσος, όμως 42 γυναικόπαιδα συνελήφθησαν από αυτούς. Φοβούμενοι όμως οι Βασιβοζούκοι ότι θα τους βρει ο βουλγαρικός στρατός, έσερναν τα θύματά τους για μέρες μέσα στα βουνά όπου μετά από βιασμούς και άγρια βασανιστήρια τους δολοφόνησαν μέσα σε μια χαράδρα στην τοποθεσία «Ντουμανλί» δίπλα στο χωριό Αβρέν. Το Αβρέν βρίσκεται μέσα στην Βουλγαρία 4 χιλιόμετρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Τότε μάλιστα υπήρχε και δρόμος που μέσω Οργάνης, Σμιγάδας και Μυρτίσκης σε έβαζε στην Βουλγαρία από την ονομαζόμενη περιοχή «Αβρέν πορτά». Ο δρόμος αυτός ακόμη υπάρχει  και διακόπτεται στα σύνορα από ένα βατό μικρό χαντάκι. Το 2007 η Ελλάδα με την Βουλγαρία άρχισαν συνομιλίες για το άνοιγμα συνοριακού σταθμού, με τον οποίο θα συνδεόταν οδικώς η Μυρτίσκη με το Αβρέν, κάτι που ευτυχώς δεν έγινε γιατί κι αυτό θα ήταν αποκλειστικά και μόνο προς όφελος των Βουλγάρων.

Επιστρέφοντας πάλι στο 1913 βλέπουμε ότι μετά την φρικτή δολοφονία των 42 γυναικόπαιδων, οι Βούλγαροι με αφορμή αυτό το ιστορικό γεγονός στήσανε στο κέντρο του χωριού Αβρέν μνημείο ειρήνης και μνήμης. Όπου αναφέρει το γεγονός αυτό της σφαγής, στο τέλος δε του κειμένου γράφει: «Ας είναι αυτό το μνημείο υπενθύμισης ότι η εθνική έχθρα είναι μοιραία για τα έθνη, αλλά η αδελφική συνεργασία θα συμβάλλει στο λαμπρό μέλλον της».

Μετά από το γεγονός της δολοφονίας των 42 γυναικόπαιδων το 1913 το Μοναστήρι ερήμωσε. Σε λίγο καιρό όμως μόλις ησύχασαν τα πράγματα, επέστρεψαν 83 οικογένειες ή 367 πρώην κάτοικοι του χωριού. Το μεγαλύτερο μέρος του όμως το 1913 κατευθύνθηκε στο Κίρτζαλι και εγκαταστάθηκε στην γειτονιά Gledka και στο κοντινό χωριό Gluhar. Όπως και οι υπόλοιποι χωριανοί εγκατέλειψαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1920 το Μοναστήρι, οπότε το χωριό ερήμωσε. Από τα Ποντίκια σχεδόν όλοι οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό Duluth της Βουλγαρίας. Το 1928 μετά από συμφωνία των δύο υπουργών Οικονομικών Καφαντάρη και Millov η Ελλάς ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην Βουλγαρία 1.050.000 BGN που αφορούν την εκκαθάριση των βουλγαρικών ακινήτων στην Ελλάδα και των ελληνικών στην Βουλγαρία. Έτσι μετά από αυτό όλοι οι Βούλγαροι της Μακεδονίας και Θράκης μετεγκαταστάθηκαν στην Βουλγαρία.

Την περίοδο 1941-1944, όταν η Ροδόπη βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή, ορισμένοι με καταγωγή από το Μοναστήρι επέστρεψαν στο χωριό τους, αλλά για μικρό διάστημα οπότε το 1944 με την αποχώρηση του βουλγαρικού στρατού αποχώρησαν και αυτοί για πάντα.

Στο χωριό αργότερα περί το 1954 εγκαταστάθηκαν Πομάκοι από την Τσούκα και την γύρω περιοχή, μιας και ήταν εγκαταλειμμένο και υπήρχε άφθονο υλικό για το χτίσιμο νέων κατοικιών. Σήμερα στην θέση της παλιάς εκκλησίας στο κέντρο του χωριού έχει τώρα ένα μεγάλο ιδιόκτητο κτίριο και μόνο η μεγάλη βρύση με το κρύο νερό καθώς και το αιώνιο πλατάνι δίπλα της έχει επιζήσει. Από το παλιό νεκροταφείο μόνο πολύ λίγα απομεινάρια υπάρχουν. Η δεύτερη εκκλησία που ήταν στο νότιο άκρο στην ανατολική γειτονιά σήμερα δεν υπάρχει ούτε τα υπολείμματά της γιατί οι πέτρες της χρησιμοποιήθηκαν και αυτές από τους εγκατεστημένους Πομάκους για να χτίσουν τα σπίτια τους. Έτσι η ζωή στο Μοναστήρι συνεχίζεται με νέους κατοίκους από τους οποίους οι γεροντότεροι Πομάκοι γνωρίζουν και διηγούνται στους νεότερους την ιστορία του.

Όσο για το Σισανλή (Ποντίκια) εκεί δίπλα στο δάσος του κατά το δεύτερο ταξίδι πέρασμα από την Ροδόπη του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή οι φρουροί του συνέλαβαν τον Αφρικανό νεαρό υπηρέτη του που είχε φύγει από την συνοδεία του έξω από το εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό του Έβρου Μαυρόπετρα. Δίπλα στα Ποντίκια αργότερα εγκαταστάθηκε μεγάλο στρατόπεδο του ελληνικού στρατού, ώσπου πριν πολλά χρόνια εγκαταλείφθηκε. Έκτοτε «κυνηγοί θησαυρών» από την Βουλγαρία και την Ελλάδα άπειρες φορές, μιας και γνωρίζουν και τον χάρτη του χωριού, έχουν κατασκάψει και συνεχίζουν το παράνομο έργο τους ψάχνοντας στα χαλάσματα να βρουν τους κρυμμένους θησαυρούς των Βουλγάρων.

Από το Μοναστήρι κατάγονταν και ο Κομιτατζής Πέτκο Κέλλας ή Γιαννακίεβ. Από τα Ποντίκια κατάγονται οι Κομιτατζήδες Ραφαήλ Καρακατσάνοφ, Στάικο, Ζαπατρόφ και Χρίστο Νταμιάνοφ. Όλοι οι ανωτέρω εργαζόταν κατά της Ελλάδος και για τα συμφέροντα της Βουλγαρίας και της Εξαρχίας της. Βαρύ ήταν το τίμημα που πλήρωσε οι χριστιανικοί και μουσουλμανικοί πληθυσμοί εκείνης της εποχής. Ο Ραφαήλ Καρακατσάνοφ γεννήθηκε το 1898 από πλούσια οικογένεια. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων οι Οθωμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τον γαμπρό του. Τότε έγινε Κομιτατζής αρχηγός μάλιστα μιας ομάδας. Στην συνέχεια τον συλλάβανε και τον οδήγησαν στην Κομοτηνή.

Η μητέρα του κατάφερε να δωροδοκήσει τους φρουρούς, έτσι ο Ραφαήλ και οι σύντροφοί του σκάψανε μια σήραγγα και απέδρασαν. Αυτός δημιούργησε ξανά την ομάδα του η οποία άρχισε να συνεργάζεται με τον βουλγαρικό στρατό, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η κύρια δραστηριότητά τους ήταν η παροχή προστασίας στους Βουλγάρους που πηγαίνανε από την Ροδόπη στην Βουλγαρία. Το Πάσχα του 1921 σε συμπλοκή που έγινε με ελληνικές δυνάμεις τραυματίστηκε σοβαρά ο Ραφαήλ Βοεβόδας, όπως και ο φίλος του Στάικο Ζαπατρόφ Βοεβόδας, σκοτώθηκαν όμως 6 Βούλγαροι Κομιτατζήδες συμπεριλαμβανομένης της μητέρας του, της συζύγου του και του αρραβωνιαστικού της ανιψιάς του. Οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στην Φιλιππούπολη όπου ανάρρωσαν μετά από θεραπεία 6 μηνών.

Ο Βοεβόδας Ραφαήλ επέστρεψε πάλι στα Ποντίκια το 1923 όπου σταμάτησε την ενεργό δράση του. Το 1941 εγκαταστάθηκε στο χωριό Γκόρνο Πόλο στο ύψος του Σουφλίου από την πλευρά της Βουλγαρίας, από εκεί βοηθούσε τους Έλληνες αντάρτες να μπαινοβγαίνουν στην Βουλγαρία. Καθ’ όλο το διάστημα της παραμονής του στην Βουλγαρία είχε σχέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες της. Όμως τον Νοέμβριο του 1949 οι Βούλγαροι τον κηρύσσουν ως Αμερικανό κατάσκοπο. Φοβούμενος αυτός ότι θα τον συλλάβουν και θα τον σκοτώσουν έρχεται κρυφά στην Ελλάδα, στην Κομοτηνή. Η ενέργειά του αυτή ήταν μια πληγή για τις βουλγαρικές μυστικές υπηρεσίες. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1959 ο Καρακατσάνοωφ πεθαίνει από θλιβερό θάνατο. Ακούστηκε τότε ότι τον είχαν δηλητηριάσει οι βουλγαρικές μυστικές υπηρεσίες.

Αυτό είναι ένα μέρος της ιστορίας των δύο αυτών βουλγαρόφωνων χριστιανικών χωριών της ορεινής Ροδόπης και των κατοίκων της.

Πηγές:  Wikipedia.org, Αβρέν, Μοναστήρι, Ποντίκια, Kostas Sembel

xronos.gr

Newskamatero

Related Posts

Create Account



Log In Your Account